128 αποτελέσματα για «印»

印象 いんしょう N3

ουσιαστικό

  1. 01 εντύπωση
しるし N3

ουσιαστικό

  1. 01 σημάδι, σημείο
  2. 02 σύμβολο, έμβλημα
  3. 03 σήμα, θυρεός, σημαία
  4. 04 απόδειξη, τεκμήριο
  5. 05 δείγμα, ένδειξη (ευγνωμοσύνης, στοργής κ.λπ.)
印刷 いんさつ N3

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτύπωση
印象的 いんしょうてき

επίθετο

  1. 01 εντυπωσιακός, επιβλητικός, αξιομνημόνευτος, επιδραστικός
印度 インド

ουσιαστικό

  1. 01 Ινδία
いん

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα, σφραγιδόλιθος
  2. 02 αποτύπωμα σφραγίδας, σφράγισμα, στίγμα, σημάδι
  3. 03 μούντρα (συμβολική χειρονομία)
  4. 04 χειρονομία νίντζα
  5. 05 Ινδία
印象に残る いんしょうにのこる

άλλο, ρήμα

  1. 01 αφήνω ανεξίτηλη εντύπωση
印象を与える いんしょうをあたえる

άλλο, ρήμα

  1. 01 δημιουργώ εντύπωση, προκαλώ εντύπωση
印鑑 いんかん N1

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα, σφραγιδόσημο
印象深い いんしょうぶかい

επίθετο

  1. 01 ιδιαίτερα εντυπωσιακός, αξιομνημόνευτος, καθηλωτικός
印字 いんじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκτύπωση (κειμένου ή συμβόλων), δακτυλογράφηση
  2. 02 εκτυπωμένος χαρακτήρας, δακτυλογραφημένος χαρακτήρας
  3. 03 χαρακτήρας σκαλισμένος πάνω σε σφραγίδα
印刷所 いんさつじょ

ουσιαστικό

  1. 01 τυπογραφείο, εκτυπωτήριο
印税 いんぜい

ουσιαστικό

  1. 01 πνευματικά δικαιώματα (για βιβλίο)
印象付ける いんしょうづける

ρήμα

  1. 01 εντυπωσιάζω, προκαλώ εντύπωση (σε κάποιον)
印籠 いんろう

ουσιαστικό

  1. 01 ινρό, θήκη σφραγίδας, κουτί για χάπια, θήκη φαρμάκων
印章 いんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 σφραγίδα
印を結ぶ いんをむすぶ

άλλο, ρήμα

  1. 01 σχηματίζω συμβολικά σήματα (χειρονομίες) με τα δάχτυλα
印す しるす

ρήμα

  1. 01 αφήνω σημάδι, ίχνος κ.λπ., τυπώνω, σφραγίζω
  2. 02 αποτελώ ένδειξη για κάτι, αποτελώ οιωνό για κάτι
印刷機 いんさつき

ουσιαστικό

  1. 01 πιεστήριο, τυπογραφική μηχανή
印刷物 いんさつぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 έντυπο υλικό