4 αποτελέσματα για «却»
却下 きゃっか
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απόρριψη, απόλυση
却って かえって N2
επίρρημα
- 01 αντιθέτως, μάλλον, αντίθετα, κατά περίεργο τρόπο
却行 きゃっこう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υπαναχώρηση, οπισθοχώρηση, υποχώρηση
却
- 01 αντί, αντ' αυτού
- 02 αντιθέτως, το αντίθετο
- 03 μάλλον
- 04 κάνω πίσω, οπισθοχωρώ
- 05 αποσύρω, αποσύρομαι
- 06 υποχωρώ, οπισθοχωρώ