25 αποτελέσματα για «卸»
卸す おろす N3
ρήμα
- 01 πουλάω χονδρικώς
- 02 τρίβω (π.χ. λαχανικά)
- 03 τεμαχίζω ψάρι
卸 おろし
ουσιαστικό
- 01 χονδρική πώληση
卸値 おろしね
ουσιαστικό
- 01 τιμή χονδρικής
卸業者 おろしぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 χονδρέμπορος (προϊόντων)
卸売業者 おろしうりぎょうしゃ
ουσιαστικό
- 01 χονδρέμπορος
卸売市場 おろしうりしじょう
ουσιαστικό
- 01 χονδρεμπορική αγορά
卸売 おろしうり
ουσιαστικό
- 01 χονδρική πώληση
卸商 おろししょう
ουσιαστικό
- 01 χονδρέμπορος
卸価格 おろしかかく
ουσιαστικό
- 01 τιμή χονδρικής, τιμή εμπορίου
卸会社 おろしがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία χονδρικού εμπορίου, χονδρέμπορος
卸したて おろしたて
ουσιαστικό
- 01 φρεσκοτριμμένος (π.χ. ντάικον)
卸売価格 おろしうりかかく
ουσιαστικό
- 01 τιμή χονδρικής
卸売り価格 おろしうりかかく
ουσιαστικό
- 01 τιμή χονδρικής
卸下 しゃが
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εκφόρτωση φορτίου
卸売会社 おろしうりがいしゃ
ουσιαστικό
- 01 εταιρεία χονδρικού εμπορίου, χονδρέμπορος
卸し問屋 おろしどんや
ουσιαστικό
- 01 χονδρέμπορος
卸売り業 おろしうりぎょう
ουσιαστικό
- 01 χονδρεμπόριο
卸酒販 おろししゅはん
ουσιαστικό
- 01 χονδρεμπόριο αλκοολούχων ποτών
卸相場 おろしそうば
ουσιαστικό
- 01 τιμή χονδρικής
卸売物価指数 おろしうりぶっかしすう
ουσιαστικό
- 01 δείκτης τιμών χονδρικής, WPI