331 αποτελέσματα για «原»
原因 げんいん N4
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 αιτία, προέλευση, πηγή
原 はら N3
ουσιαστικό
- 01 πεδιάδα, κάμπος, λιβάδι, τούνδρα, χέρσο, αγριότοπος
原稿 げんこう N2
ουσιαστικό
- 01 χειρόγραφο, κείμενο, προσχέδιο, σημειώσεις, συνεισφορά
原理 げんり N2
ουσιαστικό
- 01 αρχή, θεωρία, θεμελιώδης αλήθεια
原則 げんそく N1
ουσιαστικό, επίρρημα
- 01 αρχή, γενικός κανόνας
- 02 κατά κανόνα, κατ' αρχήν, γενικά
原 げん
πρόθημα
- 01 πρωτότυπος, πρωτόγονος, πρωταρχικός, βασικός, θεμελιώδης, πρωτο-
原作 げんさく N1
ουσιαστικό
- 01 πρωτότυπο έργο
原始的 げんしてき
επίθετο
- 01 πρωτόγονος, αρχέγονος
原型 げんけい N1
ουσιαστικό
- 01 μοντέλο, πρωτότυπο, αρχέτυπο
- 02 πατρόν (ραπτικής)
原料 げんりょう N2
ουσιαστικό
- 01 πρώτες ύλες, συστατικό
原因不明 げんいんふめい
ουσιαστικό
- 01 απροσδιόριστης αιτίας, άγνωστης αιτιολογίας
原動力 げんどうりょく
ουσιαστικό
- 01 κινητήρια δύναμη, κινητήριος μοχλός
原点 げんてん N1
ουσιαστικό
- 01 αφετηρία, αρχή
- 02 αρχή (των αξόνων συντεταγμένων)
- 03 σημείο αναφοράς
原形 げんけい N1
ουσιαστικό
- 01 αρχική μορφή, βασικός τύπος
原初 げんしょ
ουσιαστικό
- 01 καταγωγή, πηγή, αρχή, αφετηρία
原始 げんし N2
ουσιαστικό
- 01 προέλευση, αρχή, γένεση
- 02 αρχέγονος, πρωταρχικός, πρωτόγονος
原稿用紙 げんこうようし
ουσιαστικό
- 01 ιαπωνικό χαρτί γραφής (με τετραγωνισμένο πλέγμα, ένα τετράγωνο ανά χαρακτήρα), χαρτί χειρογράφου
原石 げんせき
ουσιαστικό
- 01 μετάλλευμα
- 02 ακατέργαστος πολύτιμος λίθος
原則として げんそくとして
άλλο
- 01 κατά κανόνα, γενικά, κατ' αρχήν, βασικά, ουσιαστικά, θεμελιωδώς
原子 げんし N1
ουσιαστικό
- 01 άτομο