11 αποτελέσματα για «厨»

厨房 ちゅうぼう

ουσιαστικό

  1. 01 κουζίνα, μαγειρείο
  2. 02 τρολ του διαδικτύου
くりや

ουσιαστικό

  1. 01 κουζίνα
厨子 ずし

ουσιαστικό

  1. 01 μικροσκοπικό ιερό με δίφυλλες πόρτες (χρησιμοποιείται για την αποθήκευση σημαντικών βουδιστικών αντικειμένων, όπως σούτρες κ.ά.)
  2. 02 ερμάριο με δίφυλλες πόρτες (χρησιμοποιείται από την αριστοκρατία για την αποθήκευση βιβλίων κ.ά.)
  3. 03 σκαλιστή και διακοσμημένη πέτρινη θήκη για την αποθήκευση των οστών των προγόνων (στην Οκινάουα)
ちゅう

ουσιαστικό

  1. 01 τρολ, σπασίκλας, φρικιό, εθισμένος, περιθωριακός (υποτιμητικός όρος)
厨人 ちゅうじん

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιμάγειρας, σεφ
厨芥 ちゅうかい

ουσιαστικό

  1. 01 οικιακά απορρίμματα τροφών
厨子甕 ずしがめ

ουσιαστικό

  1. 01 διακοσμημένο κεραμικό δοχείο για την φύλαξη των οστών των προγόνων (Οκινάουα)
厨夫 ちゅうふ

ουσιαστικό

  1. 01 άνδρας μάγειρας, μάγειρας
厨子棚 ずしだな

ουσιαστικό

  1. 01 ερμάριο με δίφυλλες πόρτες (που χρησιμοποιούνταν από τους ευγενείς για την αποθήκευση βιβλίων κ.ά.)
厨宰 ちゅうさい

ουσιαστικό

  1. 01 αρχιμάγειρας, υπεύθυνος κουζίνας
  1. 01 κουζίνα