6 αποτελέσματα για «厩»

厩舎 きゅうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 στάβλος, αχυρώνας
うまや

ουσιαστικό

  1. 01 στάβλος, αχυρώνας
厩務員 きゅうむいん

ουσιαστικό

  1. 01 ιπποκόμος, σταυλίτης
厩肥 きゅうひ

ουσιαστικό

  1. 01 κοπριά
厩出し うまやだし

ουσιαστικό

  1. 01 η απελευθέρωση ζώων σε βοσκότοπους την άνοιξη
  1. 01 στάβλος
  2. 02 στάβλος