60 αποτελέσματα για «厳»

厳しい きびしい N4

επίθετο

  1. 01 αυστηρός, σκληρός, άκαμπτος, αδυσώπητος
  2. 02 δύσκολος, απαιτητικός
  3. 03 δριμύς, έντονος, σκληρός (για καιρικές συνθήκες)
厳重 げんじゅう N2

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρός, σκληρός, άκαμπτος, σταθερός, ισχυρός, ασφαλής
厳格 げんかく

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρός, δριμύς, σκληρός, άκαμπτος, εξονυχιστικός, σκληροπυρηνικός
厳密 げんみつ N1

επίθετο

  1. 01 αυστηρός, ακριβής, σχολαστικός
厳か おごそか N1

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 επιβλητικός (τελετή, ατμόσφαιρα κ.λπ.), αυστηρός, σοβαρός, μεγαλειώδης, αξιοπρεπής, μεγαλοπρεπής, εντυπωσιακός
厳禁 げんきん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυστηρή απαγόρευση, καθολική αποχή
厳粛 げんしゅく

επίθετο

  1. 01 σοβαρός, επίσημος, κατηφής
  2. 02 σκληρός (π.χ. αλήθεια), δύσκολος, αυστηρός
げん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 αυστηρός, σοβαρός
厳選 げんせん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσεκτική επιλογή, σχολαστική διαλογή, επιλογή με το χέρι
厳命 げんめい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυστηρή διαταγή, επιτακτική εντολή
厳然 げんぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 σοβαρός, επίσημος, αυστηρός, επιβλητικός, αδιάψευστος (π.χ. γεγονός)
厳つい いかつい

επίθετο

  1. 01 αυστηρός, άγριος, τραχύς, απότομος, απειλητικός, επιβλητικός, τετράγωνος (για ώμους)
厳守 げんしゅ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αυστηρή τήρηση, απαρέγκλιτη προσκόλληση, σχολαστική συμμόρφωση
厳罰 げんばつ

ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρή ποινή, αυστηρά μέτρα
厳密に言えば げんみつにいえば

άλλο

  1. 01 για να είμαστε ακριβείς
厳めしい いかめしい

επίθετο

  1. 01 αυστηρός, σοβαρός, λιτός, επιβλητικός, αξιοπρεπής, υπολογίσιμος, κατανυκτικός, μεγαλοπρεπής
  2. 02 αυστηρός (π.χ. ασφάλεια), σκληρός, σταθερός, άκαμπτος, αυστηρός
厳正 げんせい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 αυστηρός, άκαμπτος, ακριβής, δίκαιος, αμερόληπτος
厳戒態勢 げんかいたいせい

ουσιαστικό

  1. 01 κατάσταση γενικής επιφυλακής, αυξημένη ετοιμότητα, σε επιφυλακή
厳重注意 げんじゅうちゅうい

ουσιαστικό

  1. 01 επίπληξη, αυστηρή προειδοποίηση
厳密に言うと げんみつにいうと

άλλο

  1. 01 αυστηρά μιλώντας