8 αποτελέσματα για «叉»

叉銃 さじゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 στοίβαξη όπλων
叉焼 チャーシュー

ουσιαστικό

  1. 01 ψητό χοιρινό φιλέτο (χρησιμοποιείται συχνά στο ράμεν)
叉手網 さであみ

ουσιαστικό

  1. 01 απόχη, απόχη χειρός
叉骨 さこつ

ουσιαστικό

  1. 01 γαστερόστεο, δικτυωτό οστό
叉焼包 チャーシューバオ

ουσιαστικό

  1. 01 τσά σιουμπάο, καντονέζικο ψωμάκι ατμού με ψητό χοιρινό
叉状 さじょう

ουσιαστικό

  1. 01 δικαλυδρωτός, διακλαδισμένος, διχοτομικός, διχαλωτός
叉状分岐 さじょうぶんき

ουσιαστικό

  1. 01 διχοτομική διακλάδωση
  1. 01 διχάλα δρόμου, διακλάδωση
  2. 02 καβάλος