32 αποτελέσματα για «叙»
叙述 じょじゅつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιγραφή, αφήγηση, σκιαγράφηση, εξιστόρηση
- 02 κατηγορηματικός, κατηγόρηση
叙勲 じょくん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 απονομή παρασήμων
叙事詩 じょじし
ουσιαστικό
- 01 έπος, επική ποίηση
叙爵 じょしゃく
ουσιαστικό
- 01 απονέμω τίτλο ευγενείας
叙任 じょにん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 ενθρόνιση, χειροτονία, διορισμός σε αξίωμα
叙する じょする
ρήμα
- 01 διηγούμαι, αφηγούμαι, περιγράφω
- 02 απονέμω (τίτλο ή βαθμό)
叙情 じょじょう
ουσιαστικό
- 01 λυρισμός, περιγραφή συναισθημάτων
叙す じょす
ρήμα
- 01 διηγούμαι, αφηγούμαι, περιγράφω
- 02 απονέμω (τίτλο ή αξίωμα)
叙事 じょじ
ουσιαστικό
- 01 αφήγηση, περιγραφή πραγμάτων και γεγονότων
叙情詩 じょじょうし
ουσιαστικό
- 01 λυρικό ποίημα, λυρική ποίηση
叙景 じょけい
ουσιαστικό
- 01 τοπίο, περιγραφή
叙位 じょい
ουσιαστικό
- 01 απονομή αξιώματος
叙階 じょかい
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χειροτονία (κυρίως καθολική)
叙事的 じょじてき
επίθετο
- 01 εποποιϊκός (π.χ. ποίημα), περιγραφικός, αφηγηματικός
叙説 じょせつ
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 εξήγηση, ερμηνεία
叙法 じょほう
ουσιαστικό
- 01 τρόπος περιγραφής
- 02 έγκλιση
叙品 じょひん
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 χειροτονία (ιδίως καθολική)
叙事文 じょじぶん
ουσιαστικό
- 01 αφήγηση, περιγραφή
叙位叙勲 じょいじょくん
ουσιαστικό
- 01 απονομή αυλικών αξιωμάτων και παρασήμων
叙利亜 シリア
ουσιαστικό
- 01 Συρία