8 αποτελέσματα για «叛»

叛意 はんい

ουσιαστικό

  1. 01 επαναστατικό πνεύμα, διάθεση για εξέγερση
叛心 はんしん

ουσιαστικό

  1. 01 επαναστατικό πνεύμα
叛軍 はんぐん

ουσιαστικό

  1. 01 αντάρτικος στρατός, επαναστατικά στρατεύματα
叛臣 はんしん

ουσιαστικό

  1. 01 στασιαστής υπήκοος, εξεγερμένος ακόλουθος
叛服 はんぷく

ουσιαστικό

  1. 01 ανυπακοή και υπακοή, απείθεια και συμμόρφωση
叛将 はんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 αρχηγός ανταρτών
叛跡 はんせき

ουσιαστικό

  1. 01 αποτελέσματα ανταρσίας
  1. 01 παρακούω
  2. 02 αψηφώ
  3. 03 αθετώ
  4. 04 επαναστατώ
  5. 05 επανάσταση