8 αποτελέσματα για «叫»

叫ぶ さけぶ N3

ρήμα

  1. 01 φωνάζω, ουρλιάζω, τσιρίζω, αναφωνώ
  2. 02 διαμαρτύρομαι, υποστηρίζω, επιμένω, ζητώ επιτακτικά, κάνω έκκληση
叫び さけび N1

ουσιαστικό

  1. 01 κραυγή, φωνή, ουρλιαχτό, στριγκλιά, βοή
叫び声 さけびごえ

ουσιαστικό

  1. 01 κραυγή, ουρλιαχτό, τσιρίδα
叫びだす さけびだす

ρήμα

  1. 01 ξεσπώ σε κραυγή, βάζω τις φωνές
叫喚 きょうかん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κραυγή, ορυμαγδός
叫声 きょうせい

ουσιαστικό

  1. 01 κραυγή, φωνή, τσιρίδα, βρυχηθμός, ουρλιαχτό
叫号 きょうごう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φωνάζω δυνατά, κραυγάζω
  1. 01 φωνάζω
  2. 02 αναφωνώ
  3. 03 ουρλιάζω