13 αποτελέσματα για «叱»

叱る しかる N4

ρήμα

  1. 01 μαλώνω, επιπλήττω, κατσαδιάζω, επιπλήττω αυστηρά
叱責 しっせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίπληξη, επίπληξη, ελεγκτική παρατήρηση, κατσάδα
叱咤 しった

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίπληξη, αυστηρή παρατήρηση, επιτίμηση
  2. 02 ένθερμη ενθάρρυνση, παρακίνηση
叱り飛ばす しかりとばす

ρήμα

  1. 01 επιπλήττω αυστηρά, μαλώνω έντονα
叱咤激励 しったげきれい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φωνάζω δυνατά για να ενθαρρύνω κάποιον, εμψυχώνω έντονα με δυνατή φωνή
叱り しかり

ουσιαστικό

  1. 01 επίπληξη, παρατήρηση, νουθεσία
叱り付ける しかりつける

ρήμα

  1. 01 επιπλήττω, μαλώνω αυστηρά
叱声 しっせい

ουσιαστικό

  1. 01 υβριστική φωνή, επιπληκτική φωνή, οργισμένα λόγια
叱正 しっせい

ουσιαστικό

  1. 01 υπόδειξη λαθών, διόρθωση, κριτική
しっ

επιφώνημα

  1. 01 σσσ!, σιωπή!, σσς!
  2. 02 σουτ!, φύγε!
叱叱 しっしっ

επιφώνημα

  1. 01 σσσ!, σιωπή!
  2. 02 σουτ!, έξω!
叱罵 しつば

ουσιαστικό

  1. 01 θυμωμένη επίπληξη, υβριστική κριτική
  1. 01 μαλώνω, επιπλήττω
  2. 02 επιπλήττω, κάνω παρατήρηση