9 αποτελέσματα για «吃»

吃驚 びっくり

ρήμα, επίρρημα, άλλο

  1. 01 εκπλήσσομαι, παραξενεύομαι, τρομάζω, ξαφνιάζομαι, τινάζομαι από τον φόβο μου
  2. 02 έκπληξη (π.χ. πάρτι έκπληξη)
吃逆 しゃっくり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λόξιγκας
チー

ουσιαστικό

  1. 01 σχηματίζω τσί (chow) παίρνοντας ένα πλακίδιο που απέρριψε ένας άλλος παίκτης
吃る どもる

ρήμα

  1. 01 τραυλίζω, ψελλίζω
吃音 きつおん

ουσιαστικό

  1. 01 τραυλισμός, ψελλισμός
吃り どもり

ουσιαστικό

  1. 01 τραυλίζω, ψελλίζω
  2. 02 τραυλός
吃驚 きっきょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 έκπληξη
吃音症 きつおんしょう

ουσιαστικό

  1. 01 τραυλισμός, ψελλισμός, δυσφημία
  1. 01 τραυλίζω