11 αποτελέσματα για «吏»

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος υπάλληλος, κρατικός λειτουργός
吏員 りいん

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματούχος, υπάλληλος
吏人 りじん

ουσιαστικό

  1. 01 αξιωματούχοι, κρατικοί λειτουργοί
吏道 りどう

ουσιαστικό

  1. 01 υπαλληλική δεοντολογία
吏務 りむ

ουσιαστικό

  1. 01 υπηρεσιακό έργο δημοσίων υπαλλήλων
吏部 りぶ

ουσιαστικό

  1. 01 υπουργείο στελέχωσης (στην Κίνα κατά τη δυναστεία των Τανγκ)
吏僚 りりょう

ουσιαστικό

  1. 01 δημόσιος υπάλληλος, κυβερνητικός αξιωματούχος
吏党 りとう

ουσιαστικό

  1. 01 κόμμα των αξιωματούχων
吏読 りと

ουσιαστικό

  1. 01 ίντου (αρχαίο σύστημα γραφής που χρησιμοποιεί κινεζικούς χαρακτήρες για την απόδοση της κορεατικής γλώσσας)
吏臭 りしゅう

ουσιαστικό

  1. 01 γραφειοκρατική νοοτροπία, γραφειοκρατία
  1. 01 αξιωματικός
  2. 02 υπάλληλος, επίσημος