9 αποτελέσματα για «吝»

吝かではない やぶさかではない

άλλο, επίθετο

  1. 01 πρόθυμος (να κάνω κάτι), διατεθειμένος
吝嗇 りんしょく

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τσιγκουνιά, φιλαργυρία, φειδωλότητα
吝嗇 ケチ

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 τσιγκουνιά, φιλαργυρία, σφιχτοχεριά, τσιγκούνης, σπαγκοραμμένος, οικονόμος, γκρινιάρης, τσιφούτης, σφιχτοχέρης
  2. 02 ελεεινός, φτηνός, ψωραλέος, φτωχός, ασήμαντος
  3. 03 μικρόψυχος, στενόμυαλος, κακεντρεχής
  4. 04 κακοτυχία, κακός οιωνός, ατυχία, γρουσουζιά
吝い しわい

επίθετο

  1. 01 τσιγκούνης, φιλάργυρος, πολύ οικονόμος
吝か やぶさか

επίθετο

  1. 01 διστακτικός, απρόθυμος
吝嗇家 りんしょくか

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγκούνης, φιλάργυρος
吝かでない やぶさかでない

άλλο, επίθετο

  1. 01 πρόθυμος (να κάνω κάτι), διατεθειμένος
吝ん坊 しわんぼう

ουσιαστικό

  1. 01 τσιγκούνης, φιλάργυρος
  1. 01 τσιγκούνης
  2. 02 φειδωλός, τσιγκούνης
  3. 03 φειδωλός