Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
4 αποτελέσματα για «呵»
呵責
かしゃく
ουσιαστικό
01
κατηγορία, επίκριση, βασανιστήριο, κακομεταχείριση, τύψεις (συνειδήσεως)
呵々大笑
かかたいしょう
ουσιαστικό, ρήμα
01
ηχηρό γέλιο, τρανταχτό γέλιο, ξεκαρδίζομαι στα γέλια
呵呵
かか
επίρρημα
01
γελάω δυνατά
呵
01
μαλώνω
02
φυσώ
03
επιπλήττω