6 αποτελέσματα για «咎»

咎める とがめる

ρήμα

  1. 01 κατηγορώ, επιπλήττω, ψέγω, επικρίνω, βρίσκω ψεγάδια
  2. 02 ανακρίνω (έναν ύποπτο), αμφισβητώ
  3. 03 επιδεινώνω (έναν τραυματισμό), επιδεινώνομαι, φλεγμαίνω
  4. 04 τσιμπώ (τη συνείδηση κάποιου)
とが

ουσιαστικό

  1. 01 σφάλμα, λάθος, πταίσμα
  2. 02 αμαρτία, παράπτωμα, αδίκημα
咎め とがめ

ουσιαστικό

  1. 01 κατηγορία, επίκριση, επίπληξη, παρατήρηση
咎人 とがにん

ουσιαστικό

  1. 01 παραβάτης, εγκληματίας
咎め立て とがめだて

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 επίκριση, γκρίνια
  1. 01 μομφή
  2. 02 επίπληξη
  3. 03 επίπληξη