6 αποτελέσματα για «員»
員 いん
ουσιαστικό
- 01 μέλος
員数 いんずう
ουσιαστικό
- 01 συνολικός αριθμός (ανθρώπων ή πραγμάτων), καταμέτρηση, ποσόστωση
員外 いんがい
ουσιαστικό
- 01 ιδιότητα μη μέλους
員名 いんめい
ουσιαστικό
- 01 όνομα μέλους
員に備わるのみ いんにそなわるのみ
άλλο
- 01 υπάλληλος που υπάρχει τυπικά στη θέση του αλλά είναι άχρηστος ως εργαζόμενος
員
- 01 υπάλληλος, εργαζόμενος
- 02 μέλος
- 03 πλήθος
- 04 ο υπεύθυνος, ο αρμόδιος