11 αποτελέσματα για «哨»

哨戒 しょうかい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιπολία (με πλοία ή αεροσκάφη), περιπολώ
哨戒機 しょうかいき

ουσιαστικό

  1. 01 αναγνωριστικό αεροσκάφος
哨兵 しょうへい

ουσιαστικό

  1. 01 σκοπός, φρουρός
哨戒艇 しょうかいてい

ουσιαστικό

  1. 01 περιπολικό σκάφος
哨所 しょうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλάκιο, σκοπιά
哨舎 しょうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 φυλάκιο
哨戒艦艇 しょうかいかんてい

ουσιαστικό

  1. 01 στρατιωτικό σκάφος περιπολίας
哨吶 チャルメラ

ουσιαστικό

  1. 01 παραδοσιακό πνευστό όργανο με διπλή γλωττίδα (τύπου σαρνά) που χρησιμοποιείται από πλανόδιους πωλητές (συχνά αποκαλείται φλογέρα)
哨吶 さない

ουσιαστικό

  1. 01 σουονά (κινεζικός αυλός)
哨吶草 チャルメルそう

ουσιαστικό

  1. 01 μιτέλλα η στυλοφόρος (είδος φυτού του γένους μιτέλλα)
  1. 01 ανιχνευτής
  2. 02 σκοπός