16 αποτελέσματα για «哺»
哺乳類 ほにゅうるい
ουσιαστικό
- 01 θηλαστικό
哺乳瓶 ほにゅうびん
ουσιαστικό
- 01 μπιμπερό, μπουκάλι γάλακτος
哺乳動物 ほにゅうどうぶつ
ουσιαστικό
- 01 θηλαστικό
哺乳 ほにゅう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θηλασμός
哺 ほ
ουσιαστικό
- 01 κρατώ τροφή στο στόμα, τροφή που συγκρατείται στο στόμα
哺育 ほいく
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 θηλασμός (κυρίως ζώου), γαλουχία, ανατροφή (με διατροφή και φροντίδα)
哺乳綱 ほにゅうこう
ουσιαστικό
- 01 θηλαστικά
哺乳期 ほにゅうき
ουσιαστικό
- 01 περίοδος γαλουχίας
哺乳類型爬虫類 ほにゅうるいがたはちゅうるい
ουσιαστικό
- 01 θηλαστικοειδές ερπετό
哺乳類学 ほにゅうるいがく
ουσιαστικό
- 01 θηλαστικολογία
哺乳形類 ほにゅうけいるい
ουσιαστικό
- 01 θηλαστιόμορφα
哺を吐く ほをはく
άλλο, ρήμα
- 01 ανυπομονώ να συναντήσω κάποιον
哺乳器 ほにゅうき
ουσιαστικό
- 01 μπιμπερό
哺乳児 ほにゅうじ
ουσιαστικό
- 01 θηλάζον βρέφος, βυζακιάρικο μωρό
哺乳器官 ほにゅうきかん
ουσιαστικό
- 01 μαστός (όργανο έκκρισης γάλακτος στα θηλυκά θηλαστικά)
哺
- 01 θηλάζω
- 02 θηλάζω