3 αποτελέσματα για «唄»

唄方 うたかた

ουσιαστικό

  1. 01 τραγουδιστής σε μια παράσταση ναγκάουτα
唄三線 うたさんしん

ουσιαστικό

  1. 01 ουτασανσίν (είδος οκινάουεζικης παραδοσιακής μουσικής)
  2. 02 τραγούδι και παίξιμο σανσίν, φωνητικά και σανσίν
  1. 01 τραγούδι
  2. 02 μπαλάντα