6 αποτελέσματα για «唖»

唖然 あぜん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 άναυδος, κατάπληκτος, αποσβολωμένος, εμβρόντητος
おし

ουσιαστικό

  1. 01 αλαλία, διαταραχή ομιλίας
  2. 02 άλαλος, κωφάλαλος
唖者 あしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 άλαλος, κωφάλαλος
唖蝉 おしぜみ

ουσιαστικό

  1. 01 άφωνο τζιτζίκι (θηλυκό), ασιατικό τζιτζίκι
唖々 ああ

επίρρημα

  1. 01 κρωγμός (κορακιού κ.λπ.)
  1. 01 άφωνος, μουγκός
  2. 02 άφωνος, μουγκός