20 αποτελέσματα για «啓»

啓示 けいじ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 θεία αποκάλυψη
啓蒙 けいもう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διαφώτιση
  2. 02 φώτιση
啓発 けいはつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φώτιση, ανάπτυξη, μόρφωση, ευαισθητοποίηση του κοινού, διαφώτιση, εκπαίδευση, έμπνευση
啓蒙活動 けいもうかつどう

ουσιαστικό

  1. 01 εκστρατεία ενημέρωσης, πρόγραμμα ευαισθητοποίησης
啓く ひらく

ρήμα

  1. 01 φωτίζω, διαφωτίζω
  2. 02 εκπαιδεύω, διαπαιδαγωγώ
啓蒙的 けいもうてき

επίθετο

  1. 01 διαφωτιστικός
啓蒙主義 けいもうしゅぎ

ουσιαστικό

  1. 01 διαφωτισμός, πνευματιστικό κίνημα
啓蒙思想 けいもうしそう

ουσιαστικό

  1. 01 η φιλοσοφία του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού
啓蟄 けいちつ

ουσιαστικό

  1. 01 κεϊτσού, η ηλιακή περίοδος που σηματοδοτεί το ξύπνημα των εντόμων (περίπου στις 6 Μαρτίου, η ημέρα κατά την οποία λέγεται ότι τα έντομα που βρίσκονταν σε χειμερία νάρκη βγαίνουν από το έδαφος)
啓蒙運動 けいもううんどう

ουσιαστικό

  1. 01 κίνημα διαφωτισμού, ο Διαφωτισμός
啓蒙書 けいもうしょ

ουσιαστικό

  1. 01 βιβλίο για αρχάριους, γενική εισαγωγή σε ένα θέμα
啓上 けいじょう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 μιλάω με σεβασμό
啓示宗教 けいじしゅうきょう

ουσιαστικό

  1. 01 αποκαλυπτική θρησκεία
啓典 けいてん

ουσιαστικό

  1. 01 ισλαμικά ιερά βιβλία (η Πεντάτευχος, το Ψαλτήρι, τα Ευαγγέλια και το Κοράνι)
啓蒙思潮 けいもうしちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κίνημα του Διαφωτισμού, Διαφωτισμός
啓蒙専制君主 けいもうせんせいくんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πεφωτισμένος δεσπότης
啓迪 けいてき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 πνευματική καλλιέργεια, φώτιση, καθοδήγηση
啓蒙絶対君主 けいもうぜったいくんしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 πεφωτισμένος δεσπότης
啓学 けいがく

ουσιαστικό

  1. 01 Κεϊγκάκου (εκδοτικός οίκος)
  1. 01 αποκαλύπτω
  2. 02 ανοίγω
  3. 03 λέω