5 αποτελέσματα για «啼»

啼声 ていせい

ουσιαστικό

  1. 01 κραυγή (ζώου), κάλεσμα, κελάηδημα
啼鳥 ていちょう

ουσιαστικό

  1. 01 κελαηδιστό πουλί, ωδικό πτηνό
啼泣 ていきゅう

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δυνατό κλάμα, ολολυγμός, σπαρακτικό κλάμα
啼兎 なきうさぎ

ουσιαστικό

  1. 01 νακιουσάγκι (ζώο που μοιάζει με κουνέλι της οικογένειας Ωχοτονίδες)
  1. 01 γαυγίζω
  2. 02 κελαηδώ
  3. 03 κλαίω, θρηνώ