5 αποτελέσματα για «喀»

喀血 かっけつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αιμόπτυση, αποβολή αίματος με τον βήχα, πνευμονική αιμορραγία
喀痰 かくたん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 απόπτυση, πτύελο
喀痰検査 かくたんけんさ

ουσιαστικό

  1. 01 εξέταση πτυέλων
喀出 かくしゅつ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 αποχρέμψη, φτύσιμο
  1. 01 κάνω εμετό