8 αποτελέσματα για «喚»

喚く わめく

ρήμα

  1. 01 φωνάζω, κραυγάζω, ουρλιάζω, τσιρίζω, αλαλάζω
喚く おめく

ρήμα

  1. 01 φωνάζω, κραυγάζω, τσιρίζω, διαμαρτύρομαι δυνατά
喚起 かんき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 διέγερση, πρόκληση, αφύπνιση, ανάκληση
喚声 かんせい

ουσιαστικό

  1. 01 κραυγή ενθουσιασμού, βρυχηθμός πλήθους
喚き立てる わめきたてる

ρήμα

  1. 01 κραυγάζω, φωνάζω δυνατά
喚問 かんもん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 δικαστική κλήτευση, κλήση σε απολογία
喚呼 かんこ

ουσιαστικό

  1. 01 φωνητική επιβεβαίωση (κυρίως στους σιδηροδρόμους), λεκτική επαλήθευση
  1. 01 φωνάζω
  2. 02 φωνάζω
  3. 03 καλώ, φωνάζω
  4. 04 ουρλιάζω
  5. 05 καλώ, προσκαλώ