22 αποτελέσματα για «喫»

喫茶店 きっさてん N5

ουσιαστικό

  1. 01 καφετέρια, τσαγερί, καφενείο, καφέ
  2. 02 κισσατέν (παραδοσιακός τύπος καφετέριας με ρετρό ατμόσφαιρα)
喫茶 きっさ

ουσιαστικό

  1. 01 πόση τσαγιού
  2. 02 τσαγερί, αίθουσα τσαγιού, καφενείο, καφετέρια, (μάλλον επίσημο) καφέ
喫する きっする

ρήμα

  1. 01 τρώω, πίνω, καπνίζω, λαμβάνω
  2. 02 υφίσταμαι (π.χ. ήττα), δέχομαι χτύπημα
喫煙 きつえん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κάπνισμα (καπνού)
喫煙所 きつえんじょ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος καπνιστών, γωνιά καπνίσματος
喫煙者 きつえんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 καπνιστής
喫緊 きっきん

ουσιαστικό, επίθετο

  1. 01 επείγων, επιτακτικός, πιεστικός
喫茶室 きっさしつ

ουσιαστικό

  1. 01 αίθουσα καφέ (σε ξενοδοχείο, κτίριο γραφείων, κ.λπ.), τσαγερί
喫煙室 きつえんしつ

ουσιαστικό

  1. 01 χώρος καπνιστών, θάλαμος καπνιστών
喫む のむ

ρήμα

  1. 01 καπνίζω (καπνό)
喫煙席 きつえんせき

ουσιαστικό

  1. 01 θέση καπνιστών (σε εστιατόριο, τρένο κ.λπ.), τμήμα καπνιστών
喫水線 きっすいせん

ουσιαστικό

  1. 01 ίσαλος γραμμή (πλοίου)
喫水 きっすい

ουσιαστικό

  1. 01 βύθισμα (πλοίου)
喫食 きっしょく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 φαγητό, γεύμα
喫煙ルーム きつえんルーム

ουσιαστικό

  1. 01 δωμάτιο καπνιστών
喫す きっす

ρήμα

  1. 01 τρώω, πίνω, καπνίζω
  2. 02 υφίσταμαι (π.χ. ήττα), δέχομαι (π.χ. χτύπημα)
喫煙コーナー きつえんコーナー

ουσιαστικό

  1. 01 γωνιά καπνιστών
喫煙具 きつえんぐ

ουσιαστικό

  1. 01 εργαλείο καπνίσματος, συσκευή καπνίσματος
喫飯 きっぱん

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 λήψη γεύματος, φαγητό
喫煙車 きつえんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αυτοκίνητο στο οποίο επιτρέπεται το κάπνισμα
  2. 02 βαγόνι καπνιστών