2 αποτελέσματα για «單»

單槍匹馬 たんそうひつば

άλλο

  1. 01 κάνω κάτι μόνος μου χωρίς τη βοήθεια κανενός
  1. 01 ένας
  2. 02 μονός, ενιαίος, μοναδικός
  3. 03 απλός