9 αποτελέσματα για «嘔»

嘔吐 おうと

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εμετός, έμετος
嘔吐く えずく

ρήμα

  1. 01 έχω τάση για εμετό, ανακατεύομαι, νιώθω ναυτία
嘔吐物 おうとぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 έμετος, εμετό, εμετό υλικά
嘔気 おうき

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτία
むかつき

ουσιαστικό

  1. 01 νιώθω ναυτία, θυμώνω
嘔吐反射 おうとはんしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 αντανακλαστικό εμέτου, αντανακλαστικό τάσης προς έμετο
嘔吐中枢 おうとちゅうすう

ουσιαστικό

  1. 01 κέντρο εμέτου, περιοχή postrema, τμήμα του εγκεφάλου που ελέγχει τον εμετό
嘔吐 おうと

ουσιαστικό

  1. 01 ναυτία (μυθιστόρημα του Σαρτρ)
  1. 01 ξερνάω
  2. 02 ναυτιασμένος