2 αποτελέσματα για «嘖»

嘖々 さくさく

άλλο, επίρρημα

  1. 01 υψηλά (αναγνωρισμένος, επαινεμένος, φημισμένος κ.λπ.)
  1. 01 μαλώνω
  2. 02 βασανίζω
  3. 03 τιμωρώ