29 αποτελέσματα για «嘘»

うそ

ουσιαστικό, επιφώνημα

  1. 01 ψέμα, αναλήθεια
  2. 02 λάθος, σφάλμα
  3. 03 λανθασμένη κίνηση, κακή απόφαση
  4. 04 αποκλείεται!, απίστευτο!, στ' αλήθεια;
嘘をつく うそをつく

άλλο, ρήμα

  1. 01 λέω ψέματα, ψεύδομαι
嘘つき うそつき N1

ουσιαστικό

  1. 01 ψεύτης, παραμυθάς
  2. 02 ψευδόμενος
嘘のよう うそのよう

άλλο, επίθετο

  1. 01 απίστευτος, δυσπίστευτος, εξωπραγματικός
嘘偽り うそいつわり

ουσιαστικό

  1. 01 ψέμα, ανακρίβεια, αναληθές γεγονός, αναλήθεια
嘘つけ うそつけ

επιφώνημα

  1. 01 λέει ψέματα, σιγά μην είναι αλήθεια, ψεύτης, ψευτολόγος
嘘くさい うそくさい

επίθετο

  1. 01 πλαστός, ψεύτικος
嘘っぱち うそっぱち

ουσιαστικό

  1. 01 κατάφωτο ψέμα, πέρα για πέρα ψευτιά
嘘泣き うそなき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 υποκριτικό κλάμα, κροκοδείλια δάκρυα
嘘をつけ うそをつけ

επιφώνημα

  1. 01 λέει ψέματα, δε σε πιστεύω, ψεύτης, ψευτολόγος
嘘八百 うそはっぴゃく

ουσιαστικό

  1. 01 σωρεία ψεμάτων, πλήρης επινόηση, όλα ψέματα
嘘も方便 うそもほうべん

άλλο

  1. 01 ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, οι περιστάσεις μπορεί να δικαιολογήσουν ένα ψέμα
嘘っぽい うそっぽい

επίθετο

  1. 01 τεχνητός, ψεύτικος
嘘発見器 うそはっけんき

ουσιαστικό

  1. 01 ανιχνευτής ψεύδους
嘘で固める うそでかためる

άλλο, ρήμα

  1. 01 λέω συνεχώς ψέματα, υφαίνω έναν ιστό από ψέματα
嘘つきは泥棒の始まり うそつきはどろぼうのはじまり

άλλο

  1. 01 όποιος λέει ψέματα, θα γίνει σύντομα και κλέφτης
嘘から出たまこと うそからでたまこと

άλλο, ουσιαστικό

  1. 01 κάτι που ξεκίνησε ως ψέμα ή αστείο και (κατά σύμπτωση) καταλήγει να είναι αλήθεια, ψέμα που μετατράπηκε σε αλήθεια
嘘寝 うそね

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 προσποιητός ύπνος, υποκρισία ύπνου
嘘っこ うそっこ

ουσιαστικό

  1. 01 παιχνίδι, διασκέδαση
嘘と坊主の頭はゆったことがない うそとぼうずのあたまはゆったことがない

άλλο

  1. 01 αυτός που δεν έχει πει ποτέ ψέμα