7 αποτελέσματα για «嘲»
嘲笑 ちょうしょう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιφρονητικό γέλιο, χλευασμός, ειρωνεία, μορφασμός απαξίωσης
嘲る あざける
ρήμα
- 01 περιφρονώ, γελοιοποιώ, κοροϊδεύω, χλευάζω, ειρωνεύομαι
嘲弄 ちょうろう
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 περιφρόνηση, χλευασμός, ειρωνεία
嘲り あざけり
ουσιαστικό
- 01 χλευασμός, εμπαιγμός
嘲り笑う あざけりわらう
ρήμα
- 01 περιγελάω κάποιον, ειρωνεύομαι
嘲罵 ちょうば
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 υβριστικός λόγος, προσβλητική παρατήρηση, χλευασμός
嘲
- 01 κοροϊδεύω, χλευάζω
- 02 προσβάλλω