17 αποτελέσματα για «嘴»

くちばし N1

ουσιαστικό

  1. 01 ράμφος
嘴を挟む くちばしをはさむ

άλλο, ρήμα

  1. 01 ανακατεύομαι (σε ξένες υποθέσεις), επεμβαίνω, παρεμβάλλομαι
嘴広鸛 はしびろこう

ουσιαστικό

  1. 01 παπουτσόπελαργος (Balaeniceps rex)
嘴太鴉 はしぶとがらす

ουσιαστικό

  1. 01 μεγαλόρραμφος κόρακας (Corvus macrorhynchos), κόρακας της ζούγκλας
嘴細鴉 ハシボソガラス

ουσιαστικό

  1. 01 σταχτοκουρούνα (Corvus corone)
嘴細啄木鳥 はしぼそきつつき

ουσιαστικό

  1. 01 χρυσοδρυοκολάπτης (είδος πουλιού, συμπεριλαμβανομένων του κίτρινου και του κόκκινου δρυοκολάπτη, Colaptes auratus)
嘴黒鶲 はしぐろひたき

ουσιαστικό

  1. 01 ασπροκωλίνα (Oenanthe oenanthe)
嘴太機織 はしぶとはたおり

ουσιαστικό

  1. 01 χασιμπουτοχαταόρι (Amblyospiza albifrons)
嘴広鴨 はしびろがも

ουσιαστικό

  1. 01 χουλιαρόπαπια (είδος πάπιας, Anas clypeata), χουλιαρόπαπια
嘴太海烏 はしぶとうみがらす

ουσιαστικό

  1. 01 χοντρόραμφος κέπφος (Uria lomvia), γκιγιμό του Μπρύνιχ
嘴黒阿比 はしぐろあび

ουσιαστικό

  1. 01 αμερικανικός κολυμβητής (Gavia immer), μεγάλος βορειοδυτικός κολυμβητής
嘴太ペンギン はしぶとペンギン

ουσιαστικό

  1. 01 πιγκουίνος των Σνέαρς, πιγκουίνος με λοφίο των Σνέαρς, πιγκουίνος των νησιών Σνέαρς
嘴曲千鳥 はしまがりちどり

ουσιαστικό

  1. 01 στραβομύτης (αναρχύγχος ο μετωπικός)
嘴長海豚 はしながいるか

ουσιαστικό

  1. 01 ασιναγκάιρούκα (είδος δελφινιού, Stenella longirostris)
嘴長土竜 はしながもぐら

ουσιαστικό

  1. 01 ασπάλαξ ο μακρόρρυγχος (Euroscaptor longirostris)
嘴管 しかん

ουσιαστικό

  1. 01 άκρο εισαγωγής (π.χ. καθετήρα)
  1. 01 ράμφος
  2. 02 ράμφος