3 αποτελέσματα για «嘶»

嘶く いななく

ρήμα

  1. 01 χλιμιντρίζω
嘶き いななき

ουσιαστικό

  1. 01 χλιμίντρισμα, γκάρισμα
  1. 01 χλιμιντρίζω
  2. 02 χλιμιντρίζω