14 αποτελέσματα για «噂»
噂 うわさ N3
ουσιαστικό, ρήμα
- 01 φήμη, κουτσομπολιό, ακούσματα, κοινή συζήτηση
噂話 うわさばなし
ουσιαστικό
- 01 κουτσομπολιό
噂を聞く うわさをきく
άλλο, ρήμα
- 01 μαθαίνω μια φήμη, παίρνω χαμπάρι
噂が流れる うわさがながれる
άλλο, ρήμα
- 01 κυκλοφορούν φήμες, διαδίδονται φήμες
噂が立つ うわさがたつ
άλλο, ρήμα
- 01 διαδίδεται μια φήμη
噂を流す うわさをながす
άλλο, ρήμα
- 01 διαδίδω φήμες
噂通り うわさどおり
επίρρημα, ουσιαστικό
- 01 όπως ακούγεται, σύμφωνα με τις φήμες
噂を立てられる うわさをたてられる
άλλο, ρήμα
- 01 διαδίδονται φήμες για κάποιον, γίνομαι αντικείμενο κουτσομπολιού
噂に違わぬ うわさにたがわぬ
άλλο
- 01 ανταποκρίνομαι στη φήμη μου
噂をすれば影 うわさをすればかげ
άλλο
- 01 μιλάς για τον λύκο και ο λύκος είναι εδώ
噂に上る うわさにのぼる
άλλο, ρήμα
- 01 γίνομαι αντικείμενο φημών, συζητιέμαι από τον κόσμο
噂をすれば影が射す うわさをすればかげがさす
άλλο, ρήμα
- 01 αν μιλάς για τον λύκο, να τον στον χορό, όταν πιάνεις κάποιον στο στόμα σου, αυτός εμφανίζεται
噂に違わず うわさにたがわず
άλλο, επίρρημα
- 01 αντάξιος της φήμης του, σύμφωνα με τις φήμες, όπως ακριβώς λένε όλοι
噂
- 01 φήμη, κουτσομπολιό
- 02 κουτσομπολιό
- 03 φήμη, ακούσματα