4 αποτελέσματα για «嚥»

嚥下 えんげ

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 κατάποση
嚥下障害 えんげしょうがい

ουσιαστικό

  1. 01 δυσκαταποσία (σύμπτωμα δυσκολίας στην κατάποση), δυσφαγία
嚥下不能 えんかふのう

ουσιαστικό

  1. 01 αφαγία, αδυναμία κατάποσης
  1. 01 καταπίνω