4 αποτελέσματα για «囃»
囃子 はやし
ουσιαστικό
- 01 συνοδεία για παραδοσιακές παραστάσεις (νο, καμπούκι κ.ά.), ορχήστρα, μουσικό σύνολο
囃す はやす
ρήμα
- 01 παίζω συνοδεία, κρατώ τον ρυθμό
- 02 επευφημώ, χειροκροτώ
- 03 ειρωνεύομαι, χλευάζω, πειράζω
囃子方 はやしかた
ουσιαστικό
- 01 μουσικός συνοδός (στο νο, καμπούκι κ.ά.), όργανα μουσικής επένδυσης
囃
- 01 παίζω μουσική
- 02 συνοδεύω
- 03 κρατάω τον ρυθμό
- 04 αστειεύομαι, πειράζω
- 05 χλευάζω, κοροϊδεύω
- 06 χειροκροτώ