2 αποτελέσματα για «圷»

圷ねぎ あくつねぎ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινη ποικιλία φρέσκου κρεμμυδιού που καλλιεργείται στον νομό Ιμπαράκι
  1. 01 χαμηλό έδαφος
  2. 02 (κοκούτζι)