10 αποτελέσματα για «坐»
坐像 ざぞう
ουσιαστικό
- 01 καθήμενη μορφή (π.χ. του Βούδα), καθιστό άγαλμα, καθιστή εικόνα
坐骨 ざこつ
ουσιαστικό
- 01 ισχίο, ισχιακό οστό
坐作進退 ざさしんたい
ουσιαστικό
- 01 στάση, συμπεριφορά, τρόπος κίνησης
坐剤 ざざい
ουσιαστικό
- 01 υπόθετο
坐骨神経痛 ざこつしんけいつう
ουσιαστικό
- 01 ισχιαλγία, ισχιακό νευραλγικό πόνο
坐骨神経 ざこつしんけい
ουσιαστικό
- 01 ισχιακό νεύρο
坐り蒲団 すわりふとん
ουσιαστικό
- 01 ζαμπουτόν (επίπεδο μαξιλάρι δαπέδου που χρησιμοποιείται όταν καθόμαστε ή γονατίζουμε, συνήθως ορθογώνιο)
坐骨尾骨筋 ざこつびこつきん
ουσιαστικό
- 01 κοκκυγικός μυς, ισχιοκοκκυγικός μυς
坐骨棘 ざこつきょく
ουσιαστικό
- 01 ισχιακή άκανθα
坐
- 01 κάθομαι