15 αποτελέσματα για «坑»

坑道 こうどう

ουσιαστικό

  1. 01 σήραγγα, γαλαρία (σε μεταλλείο), επίπεδο, φρέαρ, λάκκος
こう

ουσιαστικό

  1. 01 λάκκος (ειδικότερα μεταλλείου), φρέαρ
坑夫 こうふ

ουσιαστικό

  1. 01 μεταλλωρύχος
坑内 こうない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός λάκκου ή φρέατος μεταλλείου
坑口 こうこう

ουσιαστικό

  1. 01 στόμιο φρέατος, είσοδος μεταλλείου
坑外 こうがい

ουσιαστικό

  1. 01 έξω από το ορυχείο
坑木 こうぼく

ουσιαστικό

  1. 01 δοκοί μεταλλείου, ξυλεία υποστύλωσης ορυχείων
坑儒 こうじゅ

ουσιαστικό

  1. 01 ζωντανή ταφή Κομφουκιανών λογίων
坑底 こうてい

ουσιαστικό

  1. 01 πυθμένας ορυχείου
坑内事故 こうないじこ

ουσιαστικό

  1. 01 εργατικό ατύχημα σε ορυχείο
坑内掘り こうないぼり

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγεια εξόρυξη
坑内掘り炭鉱 こうないぼりたんこう

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγειο ανθρακωρυχείο
坑井 こうせい

ουσιαστικό

  1. 01 υπόγειο φρεάτιο (εξόρυξη), πηγάδι (πετρέλαιο, φυσικό αέριο)
坑夫 こうふ

ουσιαστικό

  1. 01 Ο Ανθρακωρύχος (μυθιστόρημα του 1908 από τον Νατσούμε Σοσέκι)
  1. 01 λάκκος
  2. 02 τρύπα