3 αποτελέσματα για «坦»

坦々 たんたん

άλλο, επίρρημα

  1. 01 επίπεδος, ίσιος, λείος
  2. 02 χωρίς απρόοπτα, ειρηνικός, μονότονος
坦懐 たんかい

επίθετο, ουσιαστικό

  1. 01 ειλικρινές συναίσθημα, ειλικρίνεια
坦
  1. 01 επίπεδος
  2. 02 πλατύς