3 αποτελέσματα για «坩»

坩堝 るつぼ

ουσιαστικό

  1. 01 χωνευτήρι
  2. 02 χωνευτήρι (πολιτισμών, ιδεών, κ.λπ.)
  3. 03 κατάσταση έκστασης, κατάσταση έντονου ενθουσιασμού
坩堝と化す るつぼとかす

άλλο, ρήμα

  1. 01 μετατρέπομαι σε κατάσταση πυρετώδους ατμόσφαιρας
  1. 01 βάζο
  2. 02 δοχείο, κατσαρόλα