7 αποτελέσματα για «坪»
坪 つぼ
ουσιαστικό
- 01 τσούμπο, παραδοσιακή μονάδα μέτρησης εμβαδού γης, περίπου 3,3 τετραγωνικά μέτρα
- 02 τσούμπο, παραδοσιακή μονάδα μέτρησης εμβαδού υφάσματος ή χαρτιού, περίπου 9,18 τετραγωνικά εκατοστά
- 03 τσούμπο, παραδοσιακή μονάδα μέτρησης εμβαδού δέρματος ή πλακιδίων, περίπου 918 τετραγωνικά εκατοστά
- 04 κυβικό τσούμπο, περίπου 6 κυβικά μέτρα
坪庭 つぼにわ
ουσιαστικό
- 01 εσωτερικός κήπος (ιδίως μικρός, παραδοσιακός), αυλή
坪数 つぼすう
ουσιαστικό
- 01 εμβαδόν δαπέδου, επιφάνεια (σε τσούμπο)
坪単価 つぼたんか
ουσιαστικό
- 01 τιμή ανά τσούμπο (περίπου 3,3 τετραγωνικά μέτρα)
坪当たり つぼあたり
ουσιαστικό
- 01 ανά τσούμπο (περίπου 3,3 τετραγωνικά μέτρα)
坪量 つぼりょう
ουσιαστικό
- 01 βάρος χαρτιού (σε γραμμάρια ανά τετραγωνικό μέτρο), γραμματική πυκνότητα
坪
- 01 εμβαδόν δύο τατάμι
- 02 περίπου τριάντα έξι τετραγωνικά πόδια