7 αποτελέσματα για «埒»

らち

ουσιαστικό

  1. 01 όρια, περιορισμοί
  2. 02 περίφραξη (κυρίως σε ιπποδρόμιο)
埒があかない らちがあかない

άλλο, επίθετο

  1. 01 δεν σημειώνω πρόοδο, δεν καταλήγω πουθενά, παραμένω σε εκκρεμότητα
埒外 らちがい

ουσιαστικό

  1. 01 εκτός ορίων, πέραν του επιτρεπτού
埒もない らちもない

άλλο, επίθετο

  1. 01 ασυνάρτητος, ασαφής, ανόητος, χαζός
埒内 らちない

ουσιαστικό

  1. 01 εντός ορίων, εντός των πλαισίων
埒があく らちがあく

άλλο, ρήμα

  1. 01 διευθετούμαι, επιλύομαι
  1. 01 πάσσαλος
  2. 02 όρια
  3. 03 τακτοποιούμαι