6 αποτελέσματα για «域»
域 いき
ουσιαστικό
- 01 περιοχή, όρια, στάδιο, επίπεδο
域内 いきない
ουσιαστικό
- 01 εντός της περιοχής
域外 いきがい
ουσιαστικό
- 01 εκτός περιοχής
域内貿易 いきないぼうえき
ουσιαστικό
- 01 περιφερειακό εμπόριο, ενδοπεριφερειακό εμπόριο
域外適用 いきがいてきよう
ουσιαστικό
- 01 εξωεδαφική εφαρμογή (π.χ. ενός νόμου), εξωεδαφικότητα
域
- 01 εύρος, φάσμα, εμβέλεια
- 02 περιοχή, ζώνη
- 03 όρια
- 04 στάδιο, φάση
- 05 επίπεδο