8 αποτελέσματα για «堀»

ほり N3

ουσιαστικό

  1. 01 τάφρος
  2. 02 κανάλι, χαντάκι
堀川 ほりかわ

ουσιαστικό

  1. 01 κανάλι, διώρυγα
堀江 ほりえ

ουσιαστικό

  1. 01 κανάλι, διώρυγα
堀端 ほりばた

ουσιαστικό

  1. 01 όχθη τάφρου
堀割 ほりわり

ουσιαστικό

  1. 01 κανάλι, υδάτινη οδός, χαντάκι
堀散らす ほりちらす

ρήμα

  1. 01 σκάβω ακατάστατα
堀切り ほりきり

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνητό υδάτινο κανάλι (π.χ. γύρω από κάστρο), τεχνητή τάφρος, χαντάκι
  1. 01 τάφρος, χαντάκι
  2. 02 τάφρος (οχυρωματική), τάφρος με νερό
  3. 03 κανάλι, διώρυγα