13 αποτελέσματα για «堂»

堂々 どうどう N1

άλλο, επίρρημα

  1. 01 μεγαλοπρεπής, επιβλητικός, εντυπωσιακός, αξιοπρεπής, μεγαλειώδης
  2. 02 δίκαιος, έντιμος, ειλικρινής, ανοιχτός, απροκάλυπτος, αδιάντροπος
  3. 03 μεγαλοπρεπώς, τολμηρά, με αυτοπεποίθηση
  4. 04 δίκαια, έντιμα, ειλικρινά, ανεπιφύλακτα, απροκάλυπτα, θρασύτατα
どう

ουσιαστικό, επίθημα

  1. 01 ναός, ιερό, παρεκκλήσι
  2. 02 αίθουσα
  3. 03 εταιρεία
  4. 04 μπροστινό δωμάτιο
堂々巡り どうどうめぐり

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 περιστροφή γύρω από το ίδιο σημείο, άσκοπη επανάληψη
  2. 02 περιφορά γύρω από ναό
  3. 03 ονομαστική ψηφοφορία
堂上 どうじょう

ουσιαστικό

  1. 01 στη στέγη, αυλικοί ευγενείς
堂宇 どうう

ουσιαστικό

  1. 01 οικοδόμημα, ναός, αίθουσα
堂塔 どうとう

ουσιαστικό

  1. 01 ναός, κτίρια ναού
堂にいる どうにいる

άλλο, ρήμα

  1. 01 γίνομαι ειδικός, κατέχω άριστα μια τέχνη
堂守 どうもり

ουσιαστικό

  1. 01 φύλακας ναού
堂奥 どうおう

ουσιαστικό

  1. 01 μυστική γνώση, εσωτερικός χώρος ναού
堂塔伽藍 どうとうがらん

ουσιαστικό

  1. 01 θρησκευτικά κτίρια (ναοί, ιερά, παγόδες, κ.λπ.)
堂舎 どうしゃ

ουσιαστικό

  1. 01 μεγάλα και μικρά κτίρια, ιδίως ιερά και ναοί
堂鳩 どうばと

ουσιαστικό

  1. 01 περιστέρι (του δρόμου), οικόσιτο περιστέρι
  1. 01 δημόσια αίθουσα
  2. 02 αίθουσα