15 αποτελέσματα για «堆»

堆積 たいせき

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 συσσώρευση, σωρός, στοίβα
  2. 02 ιζηματογένεση
たい

ουσιαστικό

  1. 01 ύφαλος (ανύψωση στον πυθμένα της θάλασσας)
  2. 02 σωρός, στοίβα
堆肥 たいひ

ουσιαστικό

  1. 01 κομπόστ, οργανικό λίπασμα
堆積物 たいせきぶつ

ουσιαστικό

  1. 01 ίζημα, απόθεση
堆積岩 たいせきがん

ουσιαστικό

  1. 01 ιζηματογενές πέτρωμα
堆朱 ついしゅ

ουσιαστικό

  1. 01 κόκκινο αντικείμενο από λάκα με ανάγλυφα σκαλισμένα σχέδια
堆肥化 たいひか

ουσιαστικό

  1. 01 κομποστοποίηση
堆積層 たいせきそう

ουσιαστικό

  1. 01 ιζηματογενές στρώμα
堆石 たいせき

ουσιαστικό

  1. 01 μοραινα, λιθώνας
堆積作用 たいせきさよう

ουσιαστικό

  1. 01 ιζηματογένεση
堆積学 たいせきがく

ουσιαστικό

  1. 01 ιζηματολογία
堆積輪廻 たいせきりんね

ουσιαστικό

  1. 01 κύκλος της ιζηματογένεσης
堆く うずたかく

επίρρημα

  1. 01 σωριασμένος σε μεγάλο ύψος, σε στοίβα
堆錦 ついきん

ουσιαστικό

  1. 01 τεχνική λακαριστών αντικειμένων των Ρίου Κίου (χρήση χρωματισμένου σχεδίου από λάκα που επικολλάται πάνω στην λακαρισμένη επιφάνεια)
  1. 01 στοιβαγμένος ψηλά