15 αποτελέσματα για «堕»

堕ちる おちる

ρήμα

  1. 01 παρακμάζω (για ήθη, χαρακτήρα κ.λπ.), γίνομαι χυδαίος (π.χ. σε μια συζήτηση), καταδέχομαι (σε κάτι), ξεπέφτω
  2. 02 καταστρέφομαι, χρεοκοπώ, πέφτω (στην κόλαση)
堕落 だらく

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 εκφυλισμός, διαφθορά, κατάπτωση
堕天使 だてんし

ουσιαστικό

  1. 01 έκπτωτος άγγελος (ειδικά ο Εωσφόρος)
堕する だする

ρήμα

  1. 01 εκφυλίζομαι, περιπίπτω σε κατάσταση
堕胎 だたい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 άμβλωση, εμβρυοκτονία
堕ろす おろす

ρήμα

  1. 01 προβαίνω σε άμβλωση (εμβρύου)
堕す だす

ρήμα

  1. 01 εκφυλίζομαι, περιπίπτω
堕獄 だごく

ουσιαστικό

  1. 01 κάθοδος στην κόλαση, πτώση στην κόλαση
堕罪 だざい

ουσιαστικό, ρήμα

  1. 01 βύθιση στην αμαρτία
堕胎医 だたいい

ουσιαστικό

  1. 01 γιατρός που διενεργεί αμβλώσεις, πάροχος υπηρεσιών άμβλωσης
堕落腐敗 だらくふはい

ουσιαστικό

  1. 01 έκπτωση, διαφθορά, κατάπτωση
堕落坊主 だらくぼうず

ουσιαστικό

  1. 01 αποστάτης ιερέας, ξεπεσμένος καλόγερος
堕胎罪 だたいざい

ουσιαστικό

  1. 01 παράνομη άμβλωση
堕胎薬 だたいやく

ουσιαστικό

  1. 01 αμβλωτικό, φάρμακο που προκαλεί άμβλωση
  1. 01 εκφυλίζομαι, διαφθείρομαι
  2. 02 πέφτω σε, υποβιβάζομαι σε
  3. 03 περιπίπτω σε, παρασύρομαι σε