4 αποτελέσματα για «堡»

堡塁 ほうるい

ουσιαστικό

  1. 01 οχυρό, οχύρωση, φρούριο, οχυρή θέση
堡礁 ほしょう

ουσιαστικό

  1. 01 κοραλλιογενής ύφαλος φραγμού
堡障 ほしょう

ουσιαστικό

  1. 01 προμαχώνας (οχύρωση)
堡
  1. 01 οχυρό